σαλιγκάρι

και σαλιγγάρι, το, Ν
κοινή ονομασία τών γαστερόποδων μαλακίων και ειδικότερα όσων φέρουν σπειροειδές κέλυφος, ονομασία που, συνήθως, αναφέρεται, στα χερσαία πνευμονοφόρα γαστερόποδα, γνωστότερα από τα οποία είναι τα εδώδιμα και μεγάλης οικονομικής σημασίας είδη τού γένους έλιξ και στα οποία αναφέρεται επίσης η λόγια ονομασία κοχλίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιαλικός (< σίαλον), πρβλ. σάλιαγκας].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλιγκάρι — σαλιγκάρι, το και σαλίγκαρος, ο κοχλίας, σάλιαγκας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαλιγκάρι — [ салингари] ουσ. о. улитка слизняк …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαλίγκαρος — και σαλίγγαρος, ο, Ν 1. το σαλιγκάρι 2. συνεκδ. (παλαιότερα) διάδρομος σε σχήμα οστράκου σαλιγκαριού, στον οποίο ασκούνταν και εξετάζονταν οι υποψήφιοι οδηγοί αυτοκινήτων 3. ναυτ. κεντρόφυγος ανεμιστήρας για τον αερισμό τών εσωτερικών χώρων τού… …   Dictionary of Greek

  • Maniots — Part of a series on Greeks …   Wikipedia

  • αγριοσάλιαγκας — ο κάθε σαλιγκάρι που δεν τρώγεται …   Dictionary of Greek

  • κοχλίας — I (Ανατ.). Δομή του εσωτερικού αφτιού. Αποτελείται από έναν ελικοειδή σωλήνα που μοιάζει με κοχλία και διαιρείται σε τρία τμήματα, γεμάτα με υγρό (περιλέμφος). Τα δύο από αυτά αποτελούν κανάλια για τη μετάδοση της υδραυλικής πίεσης και το τρίτο… …   Dictionary of Greek

  • κοχλίον — κοχλίον, τὸ (Α) μικρό σαλιγκάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόχλος (Ι) + υποκορ. κατάλ. ίον] …   Dictionary of Greek

  • κοχλιδάκι — το μικρό σαλιγκάρι, κοχλίδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοχλίδι + υποκορ. κατάλ. άκι] …   Dictionary of Greek

  • κοχλιός — και χοχλιός, ο (AM κοχλιός) ο κοχλίας, το σαλιγκάρι αρχ. βίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόχλος + κατάλ. ιός (πρβλ. θαλαμ ιός, χαραδρ ιός). Ο τ. χοχλιός < κοχλιός, με προληπτική αφομοίωση] …   Dictionary of Greek

  • κοχλιώρυξ — κοχλιῶρυξ, υχος, ὁ (Α) το κοχλιάριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοχλίας «σαλιγκάρι» + ῶρυξ (< ορύσσω «σκάβω»), πρβλ. αξιν ώρυξ, δι ώρυξ. Πρόκειται για ειδικό κουτάλι με το οποίο άδειαζαν τα μαγειρεμένα σαλιγκάρια (πρβλ. και κοχλιάριο). Το ω λόγω «εκτάσεως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.